Το ακοίμητο χωριό
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα μακρινή, βρισκόταν ένα χωριό με πολύ περίεργο όνομα. Το έλεγαν ακοίμητο χωριό. Δεν ήταν αυτό το πραγματικό του όνομα. Κανένας όμως πια δεν το θυμόταν.
Πριν από μερικά χρόνια μια μάγισσα τους είχε μαγέψει. Είχε θυμώσει γιατί κάποιος από το χωριό της είχε κλέψει τη μαγική της στολή και το ραβδί της. Νόμιζε πως έτσι θα γίνει δυνατός. Η μάγισσα μόλις το κατάλαβε θύμωσε τόσο πολύ, που αποφάσισε να τιμωρήσει όλο το χωριό να μην κοιμάται τα βράδια.
Έτσι από τότε κάθε πρωί τα παιδιά κοιμόντουσαν πάνω στο θρανίο. Οι νοικοκυρές ξεχνούσαν το φαγητό πάνω στη φωτιά και καιγόταν. Οι γεωργοί δεν όργωναν τα χωράφια γιατί νύσταζαν και τους έπαιρνε ο ύπνος κάτω από τα δέντρα. Οι κτηνοτρόφοι δεν τάιζαν τα ζώα.
Οι άνθρωποι στο χωριό ήταν πολύ δυστυχισμένοι. Δεν έτρωγαν καλό φαγητό, ήταν πάντα κουρασμένοι και δεν είχαν όρεξη για τίποτα. Το χειρότερο ήταν που τα παιδιά δεν μάθαιναν γράμματα, μα ούτε μπορούσαν να παίξουν. Κάτι έπρεπε να κάνουν μα κανένας δεν είχε τη δύναμη να σκεφτεί. Μόνο κατηγορούσε ο ένας τον άλλον και τσακώνονταν.
Ώσπου μια μέρα που τα παιδιά έκλαιγαν γιατί δεν μπορούσαν να τρέξουν και να παίξουν ένα γενναίο αγόρι τα φώναξε και τους είπε:
- Σταματήστε. Τι κάθεστε και κλαίτε; Μήπως έτσι θα καταφέρετε τίποτα; Πρέπει να κάνουμε κάτι αμέσως για να λύσουμε τα μάγια.
- Και σαν τι να κάνουμε; Δεν είμαστε πιο δυνατοί από τη μάγισσα.
- Κι όμως μπορούμε. Αν βρούμε τη στολή και το ραβδί της και της τα πάμε πίσω, τότε κι αυτή θα ευχαριστηθεί.
Τα παιδιά συμφώνησαν. Άρχισαν να ψάχνουν παντού. Σε δρόμους, σε χωράφια, σε αποθήκες. Περίμεναν να δουν τους μεγάλους να κοιμούνται όπου βρουν και έμπαιναν στα σπίτια και έψαχναν.
Ώσπου τελικά τα βρήκαν κρυμμένα στο σεντούκι μιας γριάς. Τα είχε πάρει γιατί νόμιζε πως μ’ αυτά θα γίνει πάλι νέα και όμορφη. Τα παιδιά μόλις τα βρήκαν χοροπηδούσαν απ’ τη χαρά τους. Τα πήραν προσεχτικά και ξεκίνησαν για το κάστρο της μάγισσας.
Πέρασαν το μεγάλο φαράγγι, το πυκνό δάσος, τη μεγάλη γέφυρα, περπάτησαν όλη μέρα και αργά το βράδυ έφτασαν μπροστά στο κάστρο. Η μάγισσα μόλις τα είδε θύμωσε. Δεν της άρεσαν και πολύ οι επισκέψεις.
- Τι θέλετε εδώ; Φώναξε θυμωμένη και τα παιδιά κατατρόμαξαν.
Τότε το γενναίο αγόρι, βγήκε μπροστά και της είπε:
- Βρήκαμε τη στολή και το ραβδί σου. Στα φέραμε και σε παρακαλούμε να λύσεις τα μάγια στο χωριό μας γιατί είμαστε όλοι πολύ δυστυχισμένοι. Σου υποσχόμαστε πως δεν θ’ αφήσουμε κανέναν να στα ξαναπάρει.
Η νεράιδα ξαφνιάστηκε από τη γενναιότητα και το θάρρος των παιδιών κι έλυσε τα μάγια. Το ίδιο βράδυ όλοι στο χωριό κοιμήθηκαν. Το πρωί ξύπνησαν ξεκούραστοι και χαρούμενοι. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως έγινε αυτό.
Όταν έμαθαν το κατόρθωμα των παιδιών, έκαναν μια μεγάλη γιορτή για να τα ευχαριστήσουν.
Το χωριό ξαναβρήκε το όνομά του και οι άνθρωποι βρήκαν τη χαρά. Τα παιδιά άρχισαν πάλι να παίζουν και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
RSS Feed